

Οι Ιταλοί μπορεί να έχουν χίλια μύρια ελαττώματα αλλά, αν μη τι άλλο, διακρίνονται για την αισθητική τους: Στο ντύσιμο, περίφημη η ιταλική μόδα. Ή στη μουσική, γι’ αυτό και αρνούνται να περπατήσουν στην άμουση πασαρέλα της Eurovision. Αλλά διακρίνονται και για τις επιλογές τους στη γεύση. Μεταξύ των άλλων, γνωρίζουν να πίνουν καφέ. Και για να τον απολαύσουν τον πίνουν ζεστό.
Για τον ξένο που θα επισκεφθεί τη Ρώμη, όσο κολοσσιαίο λάθος είναι να μην επισκεφθεί το Κολοσσαίο άλλο τόσο είναι να μην επισκεφθεί ένα από τα καφέ της Πιάτσα Ντ’ Εσπάνια, για να απολαύσει έναν εσπρέσο ή έναν καπουτσίνο, εξυπακούεται ζεστό. Και θα πληρώσει τον καφέ του φθηνότερα από όσο και σε ένα καφέ του πλέον υποβαθμισμένου προαστίου των Αθηνών. Βέβαια, ο Έλληνας ζει για τη φιγούρα. Μπορεί να μην έχει να φάει, αλλά τα τέσσερα ή και τα πέντε ευρώ θα τα διαθέσει ώστε να πιει τον καφέ του σε ένα από τα «καφέ» του life style για να δει και να τον δουν.
Η μελέτη της κατανάλωσης του καφέ αντικατοπτρίζει ως ένα βαθμό την εξέλιξη της αισθητικής του νεοέλληνα και κατά συνέπειαν επέχει θέση κοινωνιολογικής προσέγγισης των συμβαινόντων παρ’ ημίν τις τελευταίες δεκαετίες.
Έως και τη δεκαετία του ΄50, ο μοναδικός καφές που γνώριζαν και έπιναν οι συμπατριώτες μας ήταν ο «ελληνικός». Στις αρχές της δεκαετίας που ακολούθησε, μαζί με τους Beatles και το μίνι, μπήκε στη ζωή μας το «νεσκαφέ». Πλούσιες κατά κανόνα κυρίες διοργάνωναν στο σπίτι τους απογευματινά, καλώντας φίλες τους για να απολαύσουν ένα «νεσκαφέ», εννοείται ζεστό, και για να αναλωθούν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις εφάμιλλες αυτών που διεξάγονται στις μεταμεσημβρινές εκπομπές της συγκαιρινής τηλεοπτικής πραγματικότητας.
Οι δύο επόμενες δεκαετίες, εκείνη του ’70 και αυτή του ΄80, κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν οι «δεκαετίες του φραπέ». Ταυτοχρόνως υπήρξε και άλλη μία μετάβαση: από το καφενείο και το ζαχαροπλαστείο στην «καφετέρια». Εκεί, κοινό σημείο αναφοράς όλων των θαμώνων ήταν ο «φραπές». Κρύο νεσκαφέ, που πίνεται υποτίθεται για να δροσίσει αλλά το οποίο προκαλεί εντονότερη δίψα. Ας είναι. Για τον πότη του, ο «φραπές» είναι μέσο καταξίωσης, δηλωτικό μοντερνισμού, όπως εξάλλου η «ντίσκο» και το αυτοκίνητο με την αεροτομή. Παράλληλα, απέκτησε και σεξιστικό περιεχόμενο μέσω της φράσης «πάμε για καφέ;» Αλλά τότε η έννοια «σεξουαλική παρενόχληση» δεν είχε επινοηθεί. Υπήρχε το καμάκι που διακρινόταν οπωσδήποτε και από το καλαμάκι.
Ο «φραπές» έγινε συνήθεια, θα έλεγα εξάρτηση. Δεν είναι δα και τόσο μακρινό το παράδειγμα ταλαντούχου Έλληνα ποδοσφαιριστή ο οποίος εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του στην Ιταλία του γευστικού καφέ για να επιστρέψει στην Ελλάδα, όχι επειδή επιθύμησε τις παραλίες της Ζακύνθου αλλά επειδή νοστάλγησε τη «φραπεδιά»!
Ο Αριστοφάνης σε μία από τις κωμωδίες του περιέγραψε την «Νεφελοκοκκυγία», μια φανταστική πόλη των πτηνών εντός των νεφών, που μεταφορικώς σήμαινε την φαντασιοπληξία. Και πράγματι, φαντασιοπληξία ήταν η εντύπωση εκείνων που αποστρέφονταν τον γευστικότατο «ελληνικό» για να καταναλώσουν το νερόπλυμα «φραπέ», νομίζοντας ότι έτσι εκσυγχρονίζονται ή βελτιώνονται γευστικά και κατ’ επέκτασιν αισθητικά. Έπλασαν έτσι μιαν άλλη φανταστική πολιτεία, την «νεσκαφεκοκκυγία».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ένας άνεμος αλλαγής σάρωσε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη. Τα καθεστώτα στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού κατέρρευσαν εν μια νυκτί. Αντίστοιχης δυναμικής μεταβολή επεσυνέβη και στις συνήθειες του Έλληνα καφενόβιου. Το βασίλειο της «νεσκαφεκοκκυγίας» κατέρρευσε κι αυτό. Τούτος ο άνεμος της αλλαγής φύσηξε από την Ιταλία, όχι για να μας μεταφέρει τους στίχους του Δάντη ή τις νότες του Αλμπινιόνι και του Βέρντι αλλά τα αρώματα του καπουτσίνο. Ωστόσο, ο αταβισμός του Έλληνα κυριάρχησε μετατρέποντας τον καπουτσίνο σε «φρέντο», ενώ οι «καφετέριες» άρχισαν αγεληδόν να κλείνουν και να μεταρσιώνονται σε «καφέ». Απαραίτητο συμπλήρωμα των πελατών, ιδίως όταν η Σοφοκλέους ήταν στις δόξες της, μια οικονομική εφημερίδα για τους κυρίους και για τις κυρίες ένα περιοδικό life style. Αλλά και αυτός ο κρύος καφές, ο «φρέντο» έχει τα ίδια αποτελέσματα με τον «φραπέ». Εντείνει τη δίψα, με συνέπεια την πόση επιπλέον ύδατος και την καταφυγή όλων των θαμώνων του «καφέ» στην τουαλέτα προς ανακούφιση. Α! Και μία άλλη μεταβολή. Ο καφές από το σεξιστικό περιεχόμενο που είχε επί μονοκρατορίας «φραπέ», τώρα κατέστη συνώνυμο της χαζομάρας: «Πρωινός καφές», «Καφές με την Μελπομένη», δηλαδή τα προσφιλή θέματα συζήτησης στους ναούς του «φρέντο».
Κατά καιρούς και ανεξαρτήτως της θελήσεώς μου έχω επισκεφθεί «καφέ». Δεν μου άρεσαν τα εξής: ο καφές που προσφέρουν, το πανομοιότυπο, κακό είδος μουσικής που εμέσσουν τα ηχεία και η κακοσμία του εξαερισμού. Όσες φορές επισκέφθηκα «καφέ» νοστάλγησα τις μυρωδιές του παραδοσιακού καφενείου: τον ελληνικό καφέ, τον γλυκάνισο, το αγγούρι, την τομάτα, την τηγανιτή πατάτα. Παρακαλώ ένα περιοδικό life style και μία παρομοίου περιεχομένου τηλεοπτική εκπομπή να προβάλουν τα παραδοσιακά καφενεία, ώστε να γεμίσει η Ελλάδα από δαύτα και οι Έλληνες να ανακτήσουν την αισθητική τους, πίνοντας ελληνικό καφέ, τρώγοντας ένα γλυκό κουταλιού, απολαμβάνοντας ένα ούζο και συζητώντας για έρωτα, πολιτική, τέχνη, όχι για την πρώην του δείνα και τον πρώην της τάδε.
Για τον ξένο που θα επισκεφθεί τη Ρώμη, όσο κολοσσιαίο λάθος είναι να μην επισκεφθεί το Κολοσσαίο άλλο τόσο είναι να μην επισκεφθεί ένα από τα καφέ της Πιάτσα Ντ’ Εσπάνια, για να απολαύσει έναν εσπρέσο ή έναν καπουτσίνο, εξυπακούεται ζεστό. Και θα πληρώσει τον καφέ του φθηνότερα από όσο και σε ένα καφέ του πλέον υποβαθμισμένου προαστίου των Αθηνών. Βέβαια, ο Έλληνας ζει για τη φιγούρα. Μπορεί να μην έχει να φάει, αλλά τα τέσσερα ή και τα πέντε ευρώ θα τα διαθέσει ώστε να πιει τον καφέ του σε ένα από τα «καφέ» του life style για να δει και να τον δουν.
Η μελέτη της κατανάλωσης του καφέ αντικατοπτρίζει ως ένα βαθμό την εξέλιξη της αισθητικής του νεοέλληνα και κατά συνέπειαν επέχει θέση κοινωνιολογικής προσέγγισης των συμβαινόντων παρ’ ημίν τις τελευταίες δεκαετίες.
Έως και τη δεκαετία του ΄50, ο μοναδικός καφές που γνώριζαν και έπιναν οι συμπατριώτες μας ήταν ο «ελληνικός». Στις αρχές της δεκαετίας που ακολούθησε, μαζί με τους Beatles και το μίνι, μπήκε στη ζωή μας το «νεσκαφέ». Πλούσιες κατά κανόνα κυρίες διοργάνωναν στο σπίτι τους απογευματινά, καλώντας φίλες τους για να απολαύσουν ένα «νεσκαφέ», εννοείται ζεστό, και για να αναλωθούν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις εφάμιλλες αυτών που διεξάγονται στις μεταμεσημβρινές εκπομπές της συγκαιρινής τηλεοπτικής πραγματικότητας.
Οι δύο επόμενες δεκαετίες, εκείνη του ’70 και αυτή του ΄80, κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν οι «δεκαετίες του φραπέ». Ταυτοχρόνως υπήρξε και άλλη μία μετάβαση: από το καφενείο και το ζαχαροπλαστείο στην «καφετέρια». Εκεί, κοινό σημείο αναφοράς όλων των θαμώνων ήταν ο «φραπές». Κρύο νεσκαφέ, που πίνεται υποτίθεται για να δροσίσει αλλά το οποίο προκαλεί εντονότερη δίψα. Ας είναι. Για τον πότη του, ο «φραπές» είναι μέσο καταξίωσης, δηλωτικό μοντερνισμού, όπως εξάλλου η «ντίσκο» και το αυτοκίνητο με την αεροτομή. Παράλληλα, απέκτησε και σεξιστικό περιεχόμενο μέσω της φράσης «πάμε για καφέ;» Αλλά τότε η έννοια «σεξουαλική παρενόχληση» δεν είχε επινοηθεί. Υπήρχε το καμάκι που διακρινόταν οπωσδήποτε και από το καλαμάκι.
Ο «φραπές» έγινε συνήθεια, θα έλεγα εξάρτηση. Δεν είναι δα και τόσο μακρινό το παράδειγμα ταλαντούχου Έλληνα ποδοσφαιριστή ο οποίος εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του στην Ιταλία του γευστικού καφέ για να επιστρέψει στην Ελλάδα, όχι επειδή επιθύμησε τις παραλίες της Ζακύνθου αλλά επειδή νοστάλγησε τη «φραπεδιά»!
Ο Αριστοφάνης σε μία από τις κωμωδίες του περιέγραψε την «Νεφελοκοκκυγία», μια φανταστική πόλη των πτηνών εντός των νεφών, που μεταφορικώς σήμαινε την φαντασιοπληξία. Και πράγματι, φαντασιοπληξία ήταν η εντύπωση εκείνων που αποστρέφονταν τον γευστικότατο «ελληνικό» για να καταναλώσουν το νερόπλυμα «φραπέ», νομίζοντας ότι έτσι εκσυγχρονίζονται ή βελτιώνονται γευστικά και κατ’ επέκτασιν αισθητικά. Έπλασαν έτσι μιαν άλλη φανταστική πολιτεία, την «νεσκαφεκοκκυγία».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ένας άνεμος αλλαγής σάρωσε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη. Τα καθεστώτα στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού κατέρρευσαν εν μια νυκτί. Αντίστοιχης δυναμικής μεταβολή επεσυνέβη και στις συνήθειες του Έλληνα καφενόβιου. Το βασίλειο της «νεσκαφεκοκκυγίας» κατέρρευσε κι αυτό. Τούτος ο άνεμος της αλλαγής φύσηξε από την Ιταλία, όχι για να μας μεταφέρει τους στίχους του Δάντη ή τις νότες του Αλμπινιόνι και του Βέρντι αλλά τα αρώματα του καπουτσίνο. Ωστόσο, ο αταβισμός του Έλληνα κυριάρχησε μετατρέποντας τον καπουτσίνο σε «φρέντο», ενώ οι «καφετέριες» άρχισαν αγεληδόν να κλείνουν και να μεταρσιώνονται σε «καφέ». Απαραίτητο συμπλήρωμα των πελατών, ιδίως όταν η Σοφοκλέους ήταν στις δόξες της, μια οικονομική εφημερίδα για τους κυρίους και για τις κυρίες ένα περιοδικό life style. Αλλά και αυτός ο κρύος καφές, ο «φρέντο» έχει τα ίδια αποτελέσματα με τον «φραπέ». Εντείνει τη δίψα, με συνέπεια την πόση επιπλέον ύδατος και την καταφυγή όλων των θαμώνων του «καφέ» στην τουαλέτα προς ανακούφιση. Α! Και μία άλλη μεταβολή. Ο καφές από το σεξιστικό περιεχόμενο που είχε επί μονοκρατορίας «φραπέ», τώρα κατέστη συνώνυμο της χαζομάρας: «Πρωινός καφές», «Καφές με την Μελπομένη», δηλαδή τα προσφιλή θέματα συζήτησης στους ναούς του «φρέντο».
Κατά καιρούς και ανεξαρτήτως της θελήσεώς μου έχω επισκεφθεί «καφέ». Δεν μου άρεσαν τα εξής: ο καφές που προσφέρουν, το πανομοιότυπο, κακό είδος μουσικής που εμέσσουν τα ηχεία και η κακοσμία του εξαερισμού. Όσες φορές επισκέφθηκα «καφέ» νοστάλγησα τις μυρωδιές του παραδοσιακού καφενείου: τον ελληνικό καφέ, τον γλυκάνισο, το αγγούρι, την τομάτα, την τηγανιτή πατάτα. Παρακαλώ ένα περιοδικό life style και μία παρομοίου περιεχομένου τηλεοπτική εκπομπή να προβάλουν τα παραδοσιακά καφενεία, ώστε να γεμίσει η Ελλάδα από δαύτα και οι Έλληνες να ανακτήσουν την αισθητική τους, πίνοντας ελληνικό καφέ, τρώγοντας ένα γλυκό κουταλιού, απολαμβάνοντας ένα ούζο και συζητώντας για έρωτα, πολιτική, τέχνη, όχι για την πρώην του δείνα και τον πρώην της τάδε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου