Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Μια άκρως αξιόλογη ιστοσελίδα


Από την Τρίτη, 20 Απριλίου, ταξιδεύει στο διαδίκτο η πρώτη Παγκόσμια Ψηφιακή Βιβλιοθήκη. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία της UNESCO και 32 ακόμη οργανισμών. Η πρόσβαση στη βιβλιοθήκη είναι ελεύθερη, πληκτρολογώντας τη διεύθυνση www.wdl.org. Η αναζήτηση και η πλοήγηση γίνεται επί του παρόντος σε επτά γλώσσες: αγγλικά, αραβικά, κινεζικά, ισπανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, ρωσικά. Ο αναγνώστης ας μην αποθαρρυνθεί για τις ελάχιστες πληροφορίες εν σχέσει με τον ασύλληπτο όγκο της σύνολης γνώσης, επειδή μόλις προχθές έγινε η αρχή. Και το σημαντικό: είναι μια βιβλιοθήκη αναμφίβολα πέρα για πέρα αξιόπιστη. Την είδηση διαβάσαμε σε ευάριθμες εφημερίδες οι οποίες σέβονται την αποστολή τους, να παρέχουν, δηλαδή, στους αναγνώστες τους ουσιαστική πληροφόρηση. Όχι βεβαίως από τα τηλεοπτικά δελτία... Επισκεφθείτε την.
(Φωτογραφία: www.flickr.com/
photos/mrwerner/
387914823/)

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Η βλακεία δεν είναι ταμπού


Είναι ίδιον ενός ανοικτού μυαλού να καταρρίπτει τα ταμπού και, όταν το κάνει, είναι άξιο μνείας! Στην περίπτωση αυτή χωρίς αμφιβολία εμπίπτουν οι υπεύθυνοι του εβδομαδιαίου περιοδικού "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ", που διανέμεται δωρεάν από διάφορες εφημερίδες της ελληνικής περιφέρειας. Το 57ο τεύχος του περιοδικού (4-5 Απριλίου) δημοσιεύει άρθρο σχετικό με μέτρα τα οποία προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση για την ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού. Η βασική φωτογραφία του θέματος (βλέπε πάνω αριστερά) απεικονίζει μια καλλίγραμη νεάνιδα να χαίρεται την Ήλιο και να προετοιμάζεται προφανώς να χαρεί και τη θάλασσα έχοντας ως εφαλτήριο τον τρούλο μιας αγαιοπελαγίτικης εκκλησίας. Σίγουρα περίσεψε η έμπνευση μεταξύ των ανοικτόμυαλων υπευθύνων της έκδοσης αλλά και ο ενθουσιασμός τους όταν είδαν το αποτέλεσμα της "σύνθεσης". Και πιθανότατα είναι ο ενθουσιασμός αυτός που εμπόδισε τους υπευθύνους να διακρίνουν στην εμπνευσμένη σύνθεσή τους την περιφρόνηση συμβόλων, που κάποιοι θεωρούν ιερά, ή τη βλακεία. Οι ίδιοι διαλέγουν και παίρνουν.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Από τον φραπέ στον φρέντο



Οι Ιταλοί μπορεί να έχουν χίλια μύρια ελαττώματα αλλά, αν μη τι άλλο, διακρίνονται για την αισθητική τους: Στο ντύσιμο, περίφημη η ιταλική μόδα. Ή στη μουσική, γι’ αυτό και αρνούνται να περπατήσουν στην άμουση πασαρέλα της Eurovision. Αλλά διακρίνονται και για τις επιλογές τους στη γεύση. Μεταξύ των άλλων, γνωρίζουν να πίνουν καφέ. Και για να τον απολαύσουν τον πίνουν ζεστό.
Για τον ξένο που θα επισκεφθεί τη Ρώμη, όσο κολοσσιαίο λάθος είναι να μην επισκεφθεί το Κολοσσαίο άλλο τόσο είναι να μην επισκεφθεί ένα από τα καφέ της Πιάτσα Ντ’ Εσπάνια, για να απολαύσει έναν εσπρέσο ή έναν καπουτσίνο, εξυπακούεται ζεστό. Και θα πληρώσει τον καφέ του φθηνότερα από όσο και σε ένα καφέ του πλέον υποβαθμισμένου προαστίου των Αθηνών. Βέβαια, ο Έλληνας ζει για τη φιγούρα. Μπορεί να μην έχει να φάει, αλλά τα τέσσερα ή και τα πέντε ευρώ θα τα διαθέσει ώστε να πιει τον καφέ του σε ένα από τα «καφέ» του life style για να δει και να τον δουν.
Η μελέτη της κατανάλωσης του καφέ αντικατοπτρίζει ως ένα βαθμό την εξέλιξη της αισθητικής του νεοέλληνα και κατά συνέπειαν επέχει θέση κοινωνιολογικής προσέγγισης των συμβαινόντων παρ’ ημίν τις τελευταίες δεκαετίες.
Έως και τη δεκαετία του ΄50, ο μοναδικός καφές που γνώριζαν και έπιναν οι συμπατριώτες μας ήταν ο «ελληνικός». Στις αρχές της δεκαετίας που ακολούθησε, μαζί με τους Beatles και το μίνι, μπήκε στη ζωή μας το «νεσκαφέ». Πλούσιες κατά κανόνα κυρίες διοργάνωναν στο σπίτι τους απογευματινά, καλώντας φίλες τους για να απολαύσουν ένα «νεσκαφέ», εννοείται ζεστό, και για να αναλωθούν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις εφάμιλλες αυτών που διεξάγονται στις μεταμεσημβρινές εκπομπές της συγκαιρινής τηλεοπτικής πραγματικότητας.
Οι δύο επόμενες δεκαετίες, εκείνη του ’70 και αυτή του ΄80, κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν οι «δεκαετίες του φραπέ». Ταυτοχρόνως υπήρξε και άλλη μία μετάβαση: από το καφενείο και το ζαχαροπλαστείο στην «καφετέρια». Εκεί, κοινό σημείο αναφοράς όλων των θαμώνων ήταν ο «φραπές». Κρύο νεσκαφέ, που πίνεται υποτίθεται για να δροσίσει αλλά το οποίο προκαλεί εντονότερη δίψα. Ας είναι. Για τον πότη του, ο «φραπές» είναι μέσο καταξίωσης, δηλωτικό μοντερνισμού, όπως εξάλλου η «ντίσκο» και το αυτοκίνητο με την αεροτομή. Παράλληλα, απέκτησε και σεξιστικό περιεχόμενο μέσω της φράσης «πάμε για καφέ;» Αλλά τότε η έννοια «σεξουαλική παρενόχληση» δεν είχε επινοηθεί. Υπήρχε το καμάκι που διακρινόταν οπωσδήποτε και από το καλαμάκι.
Ο «φραπές» έγινε συνήθεια, θα έλεγα εξάρτηση. Δεν είναι δα και τόσο μακρινό το παράδειγμα ταλαντούχου Έλληνα ποδοσφαιριστή ο οποίος εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του στην Ιταλία του γευστικού καφέ για να επιστρέψει στην Ελλάδα, όχι επειδή επιθύμησε τις παραλίες της Ζακύνθου αλλά επειδή νοστάλγησε τη «φραπεδιά»!
Ο Αριστοφάνης σε μία από τις κωμωδίες του περιέγραψε την «Νεφελοκοκκυγία», μια φανταστική πόλη των πτηνών εντός των νεφών, που μεταφορικώς σήμαινε την φαντασιοπληξία. Και πράγματι, φαντασιοπληξία ήταν η εντύπωση εκείνων που αποστρέφονταν τον γευστικότατο «ελληνικό» για να καταναλώσουν το νερόπλυμα «φραπέ», νομίζοντας ότι έτσι εκσυγχρονίζονται ή βελτιώνονται γευστικά και κατ’ επέκτασιν αισθητικά. Έπλασαν έτσι μιαν άλλη φανταστική πολιτεία, την «νεσκαφεκοκκυγία».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ένας άνεμος αλλαγής σάρωσε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη. Τα καθεστώτα στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού κατέρρευσαν εν μια νυκτί. Αντίστοιχης δυναμικής μεταβολή επεσυνέβη και στις συνήθειες του Έλληνα καφενόβιου. Το βασίλειο της «νεσκαφεκοκκυγίας» κατέρρευσε κι αυτό. Τούτος ο άνεμος της αλλαγής φύσηξε από την Ιταλία, όχι για να μας μεταφέρει τους στίχους του Δάντη ή τις νότες του Αλμπινιόνι και του Βέρντι αλλά τα αρώματα του καπουτσίνο. Ωστόσο, ο αταβισμός του Έλληνα κυριάρχησε μετατρέποντας τον καπουτσίνο σε «φρέντο», ενώ οι «καφετέριες» άρχισαν αγεληδόν να κλείνουν και να μεταρσιώνονται σε «καφέ». Απαραίτητο συμπλήρωμα των πελατών, ιδίως όταν η Σοφοκλέους ήταν στις δόξες της, μια οικονομική εφημερίδα για τους κυρίους και για τις κυρίες ένα περιοδικό life style. Αλλά και αυτός ο κρύος καφές, ο «φρέντο» έχει τα ίδια αποτελέσματα με τον «φραπέ». Εντείνει τη δίψα, με συνέπεια την πόση επιπλέον ύδατος και την καταφυγή όλων των θαμώνων του «καφέ» στην τουαλέτα προς ανακούφιση. Α! Και μία άλλη μεταβολή. Ο καφές από το σεξιστικό περιεχόμενο που είχε επί μονοκρατορίας «φραπέ», τώρα κατέστη συνώνυμο της χαζομάρας: «Πρωινός καφές», «Καφές με την Μελπομένη», δηλαδή τα προσφιλή θέματα συζήτησης στους ναούς του «φρέντο».
Κατά καιρούς και ανεξαρτήτως της θελήσεώς μου έχω επισκεφθεί «καφέ». Δεν μου άρεσαν τα εξής: ο καφές που προσφέρουν, το πανομοιότυπο, κακό είδος μουσικής που εμέσσουν τα ηχεία και η κακοσμία του εξαερισμού. Όσες φορές επισκέφθηκα «καφέ» νοστάλγησα τις μυρωδιές του παραδοσιακού καφενείου: τον ελληνικό καφέ, τον γλυκάνισο, το αγγούρι, την τομάτα, την τηγανιτή πατάτα. Παρακαλώ ένα περιοδικό life style και μία παρομοίου περιεχομένου τηλεοπτική εκπομπή να προβάλουν τα παραδοσιακά καφενεία, ώστε να γεμίσει η Ελλάδα από δαύτα και οι Έλληνες να ανακτήσουν την αισθητική τους, πίνοντας ελληνικό καφέ, τρώγοντας ένα γλυκό κουταλιού, απολαμβάνοντας ένα ούζο και συζητώντας για έρωτα, πολιτική, τέχνη, όχι για την πρώην του δείνα και τον πρώην της τάδε.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Και προκαλούμενος και "ρατσιστής";


"Βεβαιότατα" απάντησα όταν ο όντως ευγενέστατος οδηγός ταξί μου ζήτησε να "πάρει" έναν ηλικωμένο κύριο, που ο προορισμός του ταίριαζε με τη διαδρομή μας. Προορισμός του συνεπιβάτη ήταν ο σταθμός Πελοποννήσου. Από το "αξάν" του ηλικωμένου κυρίου αντελήφθην ότι αυτός δεν ήταν 'Ελληνας. Κανένα πρόβλημα. Φθάσαμε στον προορισμό του. Ο οδηγός αποβιβάσθηκε για να ανοίξει τη μπαγκαζιέρα και να βγάλει τη βαλίτσα του κυρίου. Επιστρέφοντας στο τιμόνι, ο οδηγός μου αφηγείται τη στιχομυθία που είχε προ ολίγων δευτερολέπτων με τον πελάτη του:
ΠΕΛΑΤΗΣ: Από πού είσαι;
ΟΔΗΓΟΣ: Από την Άρτα.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Α! Από την "Τσαμουρία", Αλβανία...
Ο οδηγός δεν του απάντησε, όχι για άλλο λόγο αλλά για να διαφυλάξει το μεροκάματο. Περιττεύει να γράψω τι εξέφυγε του έρκους των οδόντων μου. Κι ερωτώ: Θα ήμουν ρατσιστής ή "ελληναράς" ή εθνικιστής, αν, ακούγοντας ο ίδιος τα περί τσαμουριάς, απαντούσα στον εν λόγω κύριο, όπως νιώθω; Στην πρόκληση, στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας και της ιστορίας να μην απαντάμε; Εκεί φθάσαμε...

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Για μια τυρόπιτα


Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009, σε μια πόλη της ελληνικής περιφέρειας –αποφεύγω τον επιθετικό προσδιορισμό «επαρχιακή» επειδή δεν είναι πολιτικώς ορθός…
Η σκηνή εκτυλίσσεται στην κεντρική πλατεία της πόλης, πλατεία με αδιαμφισβήτητη ιστορική σημασία.
Ένα ελληνόπουλο τεσσάρων, πέντε χρόνων τρώει μια τυρόπιτα. Στα μισά του δρόμου προς την καταβρόχθιση, ο πιτσιρικάς, προφανώς κορεσμένος, απορρίπτει το υπόλοιπο της τυρόπιτας καταμεσής της πλατείας.
Και προτού περάσουν δευτερόλεπτα λίγα, ο –έστω ανήλικος- πολίτης της χώρας την οποία λαμπρύνει το κλέος του Παρθενώνα, στέλνει να κάνει παρέα στη μασημένη τυρόπιτα την χαρτοπετσέτα με την οποία σκούπισε τα τρυφερά χειλάκια του.
Σημειωτέον ότι η μαμά λίγο νωρίτερα είχε μπατσίσει το βλαστάρι της επειδή αυτό ήθελε να δροσιστεί με νερό που είχε παγάκια.
Οι γονείς, ρουφώντας τον φρέντο τους, παρακολουθούσαν ατάραχοι τις επιδόσεις του κανακάρη τους.
Κι εγώ ο θεατής, αποποιήθηκα προσώρας το προσωνύμιο Greco Tsadilas και έδειξα κατανόηση.
Με την καλπάζουσα φαντασία μου είδα στου μπαμπά και στης μαμάς την όψη τους εκπροσώπους της φιλοζωικής οργάνωσης της πόλης οι οποίοι έχουν νουθετήσει τον γιό τους, όταν δε θέλει να φάει ολόκληρη την τυρόπιτα, να πετά το υπόλοιπό της χαμαί –εκτός της οικίας τους βεβαίως- για να ταῒζονται και τα πετεινά του ουρανού.
Και μετά την ημιτυρόπιτα να πετά και μια χαρτοπετσέτα ώστε τα ζωντανά να καθαρίζουν το ράμφος τους από τη λίγδα του εδέσματος.
Λίγη ώρα αργότερα συνειδητοποίησα ότι σε εκείνη την πόλη, που θα μπορούσε να είναι και η Αθήνα, κάποιοι γονείς με επαρχιώτικη στάση ζωής εκτρέφουν τους αυριανούς δολιοφθορείς της αισθητικής, αν μη τι άλλο.