Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Απ' τον Σινάτρα στην Καραγκούνα


Ήμουν στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού ένα τέταρτο πριν από την καθορισμένη –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- ώρα έναρξης της γαμήλιας τελετής. Ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι πιο βασανιστικά παρά ποτέ θα κυλούσαν τα τουλάχιστον τριάντα λεπτά ανιαρής αναμονής μέχρι την εμφάνιση της νύμφης. Η «βασίλισσα» εκείνης της βραδιάς, η Φαίη (εκ του Ευφροσύνη), απησχολείτο ως τηλεφωνήτρια στο Paparazzo, το εβδομαδιαίο περιοδικό που, αφότου ανέλαβα τη διεύθυνσή του, πρωτεύει σε κυκλοφορία, αναγνωσιμότητα και παροχή «υπηρεσιών» στις μεσημβρινές τηλεοπτικές εκπομπές.
Όχι, δεν είμαι το αποφώλιον τέρας που εκβιάζει καλλιτέχνες ή «καλλιτέχνες», μοντέλες και λοιπούς μαϊντανούς, για να εξασφαλίζει τις αποκλειστικές και συνταρακτικές «ειδήσεις», όπως διαλαλούν οι κακεντρεχείς και φθονεροί ανταγωνιστές μου.
Απλώς, ξέρω (από ένστικτο;) τι θέλει η κοινή γνώμη. Πιάνω τον παλμό της. «The PULSE», όπως λέω, για να θυμίζω -στον εαυτό μου πρωτίστως- ότι είμαι δεινός χειριστής της γλώσσας του Σαίξπηρ.

Έλεγα νωρίτερα πως η Φαίη απησχολείτο στο περιοδικό ως τηλεφωνήτρια. Απησχολείτο, τρόπος του λέγειν. Γιατί κατά κανόνα απασχολούσε το τηλεφωνικό κέντρο με τις προσωπικού περιεχομένου κλήσεις της στους γονείς, στην αδελφή, στη φιλενάδα και κυρίως στον γκόμενο. Όχι αυτόν που σε λίγο θα αλυσόδενε ενώπιον Θεού και ανθρώπων.

Αναχωρώντας από την Εκάλη λίγο μετά τις οκτώ, εκείνο το σαββατιάτικο δειλινό, υπολόγιζα ότι θα έφθανα στο κέντρο της Αθήνας περίπου μία ώρα αργότερα, δηλαδή αφού θα είχε παρέλθει το δεκαπεντάλεπτο κατά το οποίο ο δυστυχής γαμπρός περιμένει τη νύμφη με την ανθοδέσμη ανά χείρας και φέροντας το χαμόγελο της αμηχανίας, δηλωτικό του άγχους και ενίοτε του εκνευρισμού για το στήσιμο.
Οι γυναίκες είναι συνεπέστατες στα ραντεβού τους μέχρι τον υμέναιο, ακόμη και οι απειροελάχιστες για τις οποίες ο υμένας δεν είναι μόνο μια ανάμνηση… Ωστόσο, ο υπολογισμός μου απεδείχθη λανθασμένος, επειδή μου διέφυγε ότι μεσούντος του θέρους η Αθήνα είναι άδεια και, συνεπώς, άδειες είναι και οι οδοί της. Σύντομα ήμουν στον περιφερειακό του Λυκαβηττού.
Ναι, βρήκα αμέσως θέση να παρκάρω. Αύγουστος γαρ. Την αρχική ικανοποίηση ότι απέφυγα την κατεξοχήν ταλαιπωρία των εν Αθήναις οδηγών, διαδέχθηκε η απογοήτευση, όταν συνειδητοποίησα ότι, για να φθάσω στον Ναό, έπρεπε να ανεβώ 99 σκαλοπάτια. Αμέσως, ανακάλεσα στη μνήμη μου την χιτσκοκική ταινία «Τα 39 Σκαλοπάτια» και ο συνειρμός του θρίλερ ήταν αυτονόητος. Ωστόσο, μόλις πάτησα το τελευταίο σκαλοπάτι, οι ελκυστικές εικόνες που αντίκρισα με αντάμειψαν και ανέσυραν στην επιφάνεια τον επίδοξο ποιητή που από παιδί κρύβω εντός μου.

Ο Φαέθων, σε πείσμα του μύθου, οδηγούσε καλά το άρμα του πατέρα του, Ήλιου, και το έστελνε ορμητικά εκεί στη Δύση, για να το κρύψει κάτω απ’ τη γραμμή του ορίζοντα. Οι εναλλαγές των χρωμάτων στον ουράνιο θόλο μετέβαλαν το ανθρώπινο μάτι σε ένα έκπληκτο λόγω ευχαρίστησης φασματοσκόπιο. Για έναν πιστό ακόλουθο του Βάκχου, όπως εγώ, το ηλιακό κίτρινο φάνταζε σαν το χρώμα της ξανθής μπίρας, που έδινε τη σειρά του στο κόκκινο της μοναστηριακής.
Από τη βορινή πλευρά του Ναού έβλεπα πανοραμικά το κέντρο της πόλης. Την Πανεπιστημίου, από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια, κι από αριστερά μού φανερώνονταν, νοσταλγικά, οι συνοικίες της Αθήνας στις οποίες σύχναζα στα χρόνια τα φοιτητικά: Η περιοχή «όπισθεν Χίλτον», όπως έγραφαν παλαιότερα οι μικρές αγγελίες για να δελεάσουν τον ενοικιαστή, και το Παγκράτι. Και λίγο πιο δεξιά τους ο Ιερός Βράχος με τη λάμψη του τεχνητού φωτισμού μα κυρίως με την αυθεντική λάμψη του κάλλους και της δόξας του. Και τα τετράτροχα στους δρόμους πέρα δώθε. «Ας λένε ό,τι θέλουν για την Αθήνα», μονολόγησα και πρόσθεσα: «I love the PULSE of city life». Όπως το λέτε κι εσείς εδώ (παραφράζω τη Γεωργία Βασιλειάδου σαν «Θεία απ΄ το Σικάγο»), «αγαπώ τη ζωντάνια της πόλης». Αυτής της πόλης, που μας κρατάει εκούσιους δεσμώτες.

Την ονειροπόληση διέκοψε απότομα η συναίσθηση του λόγου για τον οποίο βρισκόμουν λίγο πιο κάτω από την κορυφή του Λυκαβηττού. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον, όχι κατ’ ανάγκην εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας, έφιδρο γαμπρό. Στην έκδηλη αμηχανία του προσετέθη και η δική μου, του προσκεκλημένου. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων (η Φαίη δεν ήταν και ο συμπαθέστερος των ανθρώπων στο Paparazzo), περιέφερα τη σακούλα που περιείχε το δώρο. Μια σακούλα από καθορισμένο –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- κατάστημα, στο οποίο οι μελλόνυμφοι είχαν ανοίξει «λίστα γάμου».
Πάντοτε αντιπαθούσα την ιδέα της «λίστας γάμου», επειδή υποχρεώνει τον όποιο αχρήματο προσκεκλημένο να δωρίσει αντικείμενο μη ανταποκρινόμενο στις αντοχές του βαλαντίου του. Αλλά, αν και κάθε άλλο παρά αχρήματος, προκειμένου οι μελλόνυμφοι ανοίγοντας τα δώρα να με αποκαλούσαν με την τρισύλλαβη λέξη που αρχίζει με τα γράμματα μ και α, παραμέρισα την αντιπάθειά μου στην ιδέα της «λίστας γάμου».

Το πλέον εκνευριστικό ήταν ότι αδυνατούσα να εντοπίσω τους συγγενείς της μιας ή της άλλης πλευράς, προκειμένου να απαλλαγώ από την πλαστική σακούλα. Ώσπου ένας γνωστός –ως δια μαγείας, επιτέλους, εμφανίσθηκε- μου υπέδειξε από πού θα έλθει η νύμφη, προτείνοντας τον αριστερό δείκτη προς τα δεξιά. Προς στιγμήν, με την κίνηση αυτή του γνωστού μου, νόμισα ότι γεφυρώθηκε το ιδεολογικό χάσμα που επί δεκαετίες ταλανίζει την Ελλάδα προς όφελος (οικονομικό) πότε των «δεξιών», άλλοτε των «αριστερών».
Εκεί όπου επέτασσε ο προτεταμένος δείκτης, ήταν το έσχατο για τους ανερχόμενους τα 99 σκαλοπάτια. Την ολοφάνερη στο βλέμμα μου απορία έλυσε η από τον συνομιλητή μου γνωστοποίηση: «Πρέπει να κατεβούμε όλοι κάτω (λες και θα μπορούσαμε να κατεβούμε πάνω…), για να υποδεχθούμε τη νύμφη».
Ένα κύμα θυμού ένιωσα να ξεκινά κάτω από το διάφραγμά μου και να θέλει βγει από τον ουρανίσκο μου σαν κραυγή. «Και γιατί, γαμώ το στανιό μου, δεν μας το έλεγαν απ’ την αρχή, ώστε να περιμένουμε κάτω;», σκέφτηκα. Συγκρατήθηκα. Σαν σύγχρονος Αντωνάκης του τζαβελλικού «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» είπα να το υπομείνω και αυτό, «λόγω της ημέρας». Εκεί, στο χείλος του γκρεμού –σαν πάτος γκρεμού φάνταζε το έσχατο για τους κατερχόμενους τα 99 σκαλοπάτια- βρίσκονταν οι συγγενείς των μελλονύμφων. Γνώριζαν, βλέπετε, το πρόγραμμα και φρόντισαν να μείνουν κάτω. Όμως, γιατί τον δύστυχο γαμπρό τον έστειλαν πάνω σαν συγκαιρινό Έντμουντ Χίλαρι, για να κατακτήσει το Έβερεστ –σαφώς όχι της ευτυχίας;
Ο συνειρμός αυτή τη φορά δε μου έδωσε ικανοποιητική απόκριση: Ο Νεοζηλανδός εξερευνητής κατάκτησε την υψηλότερη κορυφή των Ιμαλαίων στις 29 Μαίου του 1953. Ακριβώς 500 χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης! Αλλά τότε επρόκειτο για τη σύγκρουση δύο αυτοκρατοριών ενώ στην περίπτωσή μας πρόκειται για τη σύγκρουση δύο οικογενειών. Της οικογένειας της νύμφης που «έστειλε» τον γαμπρό, για να τον προειδοποιήσει τι τον περιμένει, και εκείνης του γαμπρού, για να του υποδηλώσει τι έχανε. Οι τρεις από τους συμπέθερους –ο μπαμπάς της νύμφης θα συνόδευε, κατά το έθιμο, τη νεράιδα του παραμυθιού- κοιτούσαν με προσήλωση προς τον δρόμο, απ’ όπου θα εμφανιζόταν το νυφικό αμάξι. Η μαμά της νύμφης, για να χαμογελάσει από προσποιητή συγκίνηση και ανυπόκριτη ανακούφιση, οι γονείς του γαμπρού, για να αηδιάσουν από απέχθεια. Έτσι, το πήρα απόφαση ότι η σακούλα θα αποτελούσε τη συνέχεια του χεριού μου για αρκετή ώρα ακόμη.

Έλαβα την μεγάλη απόφαση. Θα πλησίαζα όσο το δυνατόν εγγύτερα την τριάδα, την οποία ήδη πλαισίωναν οι κουμπάρες, προκειμένου να αδράξω την ευκαιρία και να παραδώσω την αναθεματισμένη τη σακούλα, βλαστημώντας συνάμα τους διοργανωτές της τελετής. Και λόγω χώρου κατέβαζα τα «καντήλια», επειδή στην πρόσκληση γάμου δεν αναγραφόταν κάποια διεύθυνση, ώστε να αποστείλω εκεί το δώρο μια δύο ημέρες πριν από τον γάμο. Υπέθεσα ότι η επιλογή αυτή των συγγενών επεβλήθη από τη δυσάρεστη συνήθεια να δίνουν φιλοδώρημα στον «μικρό» του μαγαζιού που φέρνει το δώρο στο σπίτι.

Διαπιστώνοντας ότι από αυτή τη βραδιά η εικόνα που θα μου αποτυπωθεί, θα είναι εκείνη ενός βλάκα που κουβαλά μια σακούλα, θυμήθηκα την κατάβασή μου από το 99ο στο πρώτο σκαλί. Κατά τη διάρκειά της, είδα ουκ ολίγα θαυμαστά: Ισοϋψείς προς εμέ σωλήνες, οι οποίοι κατέληγαν σε καρδιές καμωμένες από πρασινάδα. Άλλους σωλήνες, παχύτερους, χωρίς απόληξη. Κατεσπαρμένα στα σκαλιά δοχεία από πλέξι γκλας, γεμάτα από ροδοπέταλα χρώματος ροζ. Δεν θα περνούσε ώρα πολλή, ώστε να αντιληφθώ, όχι μόνο τη χρησιμότητά τους αλλά και την αιτία του ανεβοκατεβάσματος: Να εντυπωσιαστεί το φιλοθέαμον κοινό από το γρήγορο στήσιμο του ντεκόρ.

Μα να! Ξεπροβάλλει ένα παλαιικό μόνιππο. Στην πισινή θέση του λαντό η νύμφη και ο μπαμπάς της. Στην αντικριστή, την μπροστινή, το παρανυφάκι. Ένα δροσερό, μόλις επαίσθητο, αεράκι φαιδρύνει την ατμόσφαιρα. Οι φίλες της νύμφης, χαμογελαστές, επαίρουν την ομορφιά της. Κάθε νύμφη είναι «όμορφη». «Τι κορίτσι μας παίρνεις», λένε από το σόι της. Το μαύρο λαντό έχει γίνει κάτασπρο από τις εκατοντάδες των πάλλευκων λουλουδιών με τα οποία είναι στολισμένο, όπως επιβάλλει το mainstream σε τέτοιες περιπτώσεις γαμήλιων μεταφορικών μέσων. Αίφνης, το άλογο αρχίζει να συμπεριφέρεται όπως ο Βουκεφάλας, προτού το δαμάσει ο Μεγαλέξανδρος. Τρεις γιγαντιαίες αλογόμυγες, που μόλις είχαν ολοκληρώσει την περιήγησή τους στα άνθινα Λευκά Όρη, κεντούν με φόρα το φαρί.
Ο δυστυχής, εξαγριωμένος, ντορής με τις κινήσεις του μετατρέπει το μόνιππο σε ιλιγγιώδες καρουσέλ. Ο καραγωγέας παιδεύεται για δυο τρία λεπτά αλλά αποδεικνύεται ισάξιος του ένδοξου Μακεδόνα βασιλέα και ο ντορής σταματά τον ντόρο.
Πρώτος ξεπεζεύει ο μπαμπάς, ένας σεβάσμιος κύριος ο οποίος φοράει ένα κοστούμι, στο οποίο καταφανώς νιώθει άβολα. Το λαμέ σύνολο συνοδεύει μία γραβάτα, σαν αυτές που βλέπουμε στις ταινίες του Ξανθόπουλου της δεκαετίας του ΄60, αλλά αυτή η ενδυματολογική επιλογή ολίγη σημασία θα έχει στην εξέλιξη της ιστορίας. Απλώς και μόνον καταγράφεται για λόγους αισθητικής. Ακολουθεί η πρωταγωνίστρια της βραδιάς, η νύμφη, η κόρη του σεβάσμιου κυρίου με τη μεγέθους σαρδέλας γραβάτα, λίαν συγκεκινημένη και κάθιδρη.
Τι τρομάρα ήταν κι αυτή! Με το λαντό. Από πίσω της το παρανυφάκι, ένα κοριτσάκι έξι – επτά ετών, το οποίο λόγω της ηλικίας του ή της αθωότητας του χαμογελάει και δεν είναι συγκεκινημένο.

Ο πατέρας της νύμφης παραδίδει την κόρη του στον γαμπρό του –αμφότεροι λίαν συγκεκινημένοι. Το ζεύγος αρχίζει σιγά- σιγά με πάσα επισημότητα να ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Ο δρόμος από το πρώτο μέχρι το 99ο σκαλί και την κεντρική θύρα του Ναού ήταν –αντιληπτό από όλους- ανηφορικός. Στην ιδιαιτερότητα αυτή της κλίμακας και μόνον αρμόζει ο χαρακτηρισμός «Γολγοθάς». Στα πρώτα, κιόλας, σκαλιά μετά την έναρξη της ανηφορικής
ορείας από τους παχείς σωλήνες, εκείνους χωρίς την απόληξη, εκτοξεύονται πυροτεχνήματα. Η έκπληξή μου ευεξήγητη. Έως τότε, παρακολουθούσα πυροτεχνήματα μόνον κατά την καύση του Καρναβάλου στην Πάτρα. Άρα, οι καρνάβαλοι δεν έχουν πρωτεύουσα.
Στα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα, από τα κατεσπαρμένα δοχεία εκτοξεύονται τα ροζ ροδοπέταλα, εμπνέοντάς με να εισηγηθώ στην Εκκλησία της Ελλάδος μια λιγότερο κοπιαστική για τους ιερείς μέθοδο κατά την Ιερά Ακολουθία του Επιταφίου. Και φθάνοντας κοντύτερα στον Ιερό Ναό, ακούω μία ομοβροντία προερχόμενη από την κρούση των παλαμών των περισσοτέρων από τους παριστάμενους. Πάλι μέχρι εκείνη την τελετή, είχα μια διαφορετική άποψη για τα χειροκροτήματα. Πίστευα ότι προσφέρονται στους πολιτικούς, στους καλλιτέχνες και στους αθλητές. Σε εκείνους, δηλαδή, που υποκρίνονται ή οι οποίοι απλώς παίζουν. Αλλά η ζωή είχε ακόμη πολλά να μου μάθει. Όπως, φερειπείν, ότι ο γάμος μπορεί να είναι κι αυτός υποκρισία ή παιχνίδι.

Απέμεναν ελάχιστα δευτερόλεπτα έως ότου το ζεύγος φθάσει στον Ιερό Ναό, τότε με έκπληξη διαπιστώνω ότι το παρανυφάκι, ζαλισμένο προφανώς από την αντάρα του σύγχρονου Βουκεφάλα, αρχίζει να εκμέσσει στην οπίσθια πλευρά του νυμφικού. Από το σχήμα και το χρώμα των στιγμάτων στο νυμφικό, κατανόησα ότι κατά την έμμεση καβαλλαρία το παρανυφάκι είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα τσιπς, αλλά αυτή η διατροφική επιλογή ολίγη σημασία θα έχει στην εξέλιξη της ιστορίας.

Αυτομάτως, σπεύδω να ανοίξω τη σακούλα με το δώρο, ώστε εντός της το παρανυφάκι να αποταμιεύσει το ουκ ευκαταφρόνητον υπόλοιπο του στομαχικού πλούτου της. Βλέπετε, προκειμένου τα παιδάκια να μη σε ενοχλούν, τους προσφέρεις είτε τσιπς εν κινήσει είτε τηλεόραση εν στάσει. Αλλά η προσπάθειά μου, δυστυχώς για όλους και πρωτίστως για την όσφρησή μου, απέβη ατελέσφορη. Το παρανυφάκι συνεχίζει το αηδές κρεσέντο της. Αηδές, δεν αμφιβάλλω, και για την νύμφη. Ωστόσο, όπως έχει παραδοθεί από τους αρχαίους ημών προγόνους, σε κάθε τραγωδία υπάρχει ο «από μηχανής θεός». Και εν προκειμένω, ο «από μηχανής θεός» λεγόταν κυρά – Φροσύνη, η γιαγιά της νύμφης. Της νύμφης, η οποία το βαπτιστικό της «Ευφροσύνη» το μετέβαλε σε «Φαίη», όχι επειδή είχε την ωραιότητα ή την προσωπικότητα της Ντάναγουεη, ούτε επειδή μιαν άλλη, προγενέστερη Φροσύνη την έπνιξε ο Αλή πασάς στη λίμνη των στεναγμών.
Η αλλαγή αυτή έγινε, γιατί με το όνομα Ευφροσύνη δεν μπαίνεις φωτογραφία στις κοσμικές στήλες των life style και, κυρίως, στην περίπτωση της ατυχούς νύμφης Φαίης, δεν πιάνεις δουλειά σε περιοδικό life style.
Η κυρά – Φροσύνη προσέφερε την πρόσκαιρη ευφροσύνη δίνοντας στην εγγονή της την ποδιά από την παραδοσιακή φορεσιά της Ρούμελης, της γενέτειράς της. Την φορεσιά που επέλεξε για την ευτυχέστερη στιγμή της Φαίης.
Την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενη η Φαίη, έβαλε την ποδιά, στα πίσω της βεβαίως, για να κρύβει τις απροκάλυπτες αποδείξεις του εμετού της παρανύμφου. Η όλη τελετή ολοκληρώθηκε με μίαν ακόμη παρέκκλιση. Αντί του «Love and Marriage» του Σινάτρα, τραγούδι που οι νεόνυμφοι είχαν επιλέξει για τον πρώτο χορό στην επακολουθήσασα δεξίωση, έσυραν τα βήματα της «Καραγκούνας», για να χωνέψουν τα κοκορέτσια και τα φρυγαδέλια που προηγουμένως είχαν καταναλώσει. Να ζήσουν.

η φωτογραφία είναι έργο του Μπάμπη Πυλαρινού

2 σχόλια:

Βιβλιοσκώληξ είπε...

Εξαιρετικό κείμενο!
Από πού μπορώ να αγοράσω το βιβίο;

GRECO TSADILAS είπε...

Το βιβλίο διανέμεται δωρεάν από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Ζαϊμη 31, στα Εξάρχεια. Ευπρόσδεκτος μετά ή άνευ κουκούλας.